αλευροπρατήριο
•
- πρατήριο αλεύρων απ' όπου πραγματοποιείται η χονδρεμπορική διακίνηση - αλευροδιανομή, των προϊόντων των αλευροβιομηχανιών, προς επαγγελματίες καταναλωτές {π.χ. αρτοποιεία, ζαχαροπλαστεία, κ.λπ.} σε μεγάλη γεωγραφική περιφέρεια, ή πόλη. Βικιλεξικό
- τα αλευροπρατήρια είναι ή ιδιόκτητα των αλευροβιομηχανιών, ή συμβεβλημένα με αυτές λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι διακινητές
Ετυμολογία
αλευροπρατήριο < αλεύρι + πρατήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλευροπρατήριο | αλευροπρατήρια |
| Γενική | αλευροπρατήριου / αλευροπρατηρίου | αλευροπρατήριων / αλευροπρατηρίων |
| Αιτιατική | αλευροπρατήριο | αλευροπρατήρια |
| Κλητική | αλευροπρατήριο | αλευροπρατήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →