Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλευροπωλείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο χώρος, ή κατάστημα πώλησης αλεύρων Βικιλεξικό
  2. επιμέρους ονομασία του άλλοτε παντοπωλείου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλευροπωλείο < αλεύρι + -πωλείο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλευροπωλείοαλευροπωλεία
Γενικήαλευροπωλείουαλευροπωλείων
Αιτιατικήαλευροπωλείοαλευροπωλεία
Κλητικήαλευροπωλείοαλευροπωλεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →