αλευροπόλεμος
•
- λαογραφίαέθιμο, όπου άτομα ή ομάδες πολεμούν εκτοξεύοντας αλεύρι, αλευρόσκονη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευροπόλεμος < αλευρο- + -πόλεμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλευροπόλεμος | αλευροπόλεμοι |
| Γενική | αλευροπόλεμου | αλευροπόλεμων |
| Αιτιατική | αλευροπόλεμο | αλευροπόλεμους |
| Κλητική | αλευροπόλεμε | αλευροπόλεμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →