αλευροσκάφη
•
- η ξύλινη μεγάλη σκάφη των αλευρόμυλων όπου συγκεντρώνεται το παραγόμενο αλεύρι κατά την άλεση. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευροσκάφη < αλεύρι + σκάφη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλευροσκάφη | αλευροσκάφες |
| Γενική | αλευροσκάφης | αλευροσκαφών |
| Αιτιατική | αλευροσκάφη | αλευροσκάφες |
| Κλητική | αλευροσκάφη | αλευροσκάφες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →