Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλευρού

/a.leˈvɾu/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του αλευράς Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαθηλυκό του αλευράς Βικιλεξικό
  3. επάγγελμαθηλυκό του αλευράς Βικιλεξικό
  4. επάγγελμαθηλυκό του αλευράς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλευρού < }αλευρ(άς) + κατάληξη θηλυκού -ού

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλευρούαλευρούδες
Γενικήαλευρούςαλευρούδων
Αιτιατικήαλευρούαλευρούδες
Κλητικήαλευρούαλευρούδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →