Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλευρούχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός -ή, -ό που περιέχει αλεύρι Βικιλεξικό
  2. σκεύασμα, τρόφιμο ή ρόφημα που έχει ως βάση παρασκευής το αλεύρι. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλευρούχος < αλεύρι + -ούχος (< έχω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλευρούχοςαλευρούχα / αλευρούχοςαλευρούχο
Γενικήαλευρούχουαλευρούχας / αλευρούχουαλευρούχου
Αιτιατικήαλευρούχοαλευρούχα / αλευρούχοαλευρούχο
Κλητικήαλευρούχεαλευρούχα / αλευρούχεαλευρούχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλευρούχοιαλευρούχες / αλευρούχοιαλευρούχα
Γενικήαλευρούχωναλευρούχωναλευρούχων
Αιτιατικήαλευρούχουςαλευρούχες / αλευρούχουςαλευρούχα
Κλητικήαλευρούχοιαλευρούχες / αλευρούχοιαλευρούχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →