αλευρόκολλα
•
- κόλλα που παρασκευάζεται με αλεύρι και νερό μετά από ζέσταμα (όχι βράσιμο) και συνεχή ανάδευση, σε αναλογία 1 προς 3 αντίστοιχα Βικιλεξικό
- βοτανική: αζωτούχος ύλη των δημητριακών, γνωστότερη ως γλουτένη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευρόκολλα < αλευρό- + -κολλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλευρόκολλα | αλευρόκολλες |
| Γενική | αλευρόκολλας | αλευροκολλών |
| Αιτιατική | αλευρόκολλα | αλευρόκολλες |
| Κλητική | αλευρόκολλα | αλευρόκολλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →