Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλευρόμυλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οποιοσδήποτε μύλος (ανεμόμυλος, νερόμυλος ή άλλος) που αλέθει δημητριακά και παράγει αλεύρι Βικιλεξικό
  2. το οίκημα ή η μηχανή που αλέθει και παράγει αλεύρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλευρόμυλος < αλευρό- + μύλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλευρόμυλοςαλευρόμυλοι
Γενικήαλευρόμυλουαλευρόμυλων
Αιτιατικήαλευρόμυλοαλευρόμυλους
Κλητικήαλευρόμυλεαλευρόμυλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →