αλευρόπιτα
•
- γαστρονομίαπίτα που παρασκευάζεται κυρίως από αλεύρι και αβγά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευρόπιτα < αλεύρ(ι) + -ό- + πίτα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλευρόπιτα | αλευρόπιτες |
| Γενική | αλευρόπιτας | — |
| Αιτιατική | αλευρόπιτα | αλευρόπιτες |
| Κλητική | αλευρόπιτα | αλευρόπιτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →