Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλευρώδης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εντομολογίανυχτοπεταλούδα της οικογένειας Pyralidae, της οποίας οι προνύμφες τρέφονται με αλεύρι και δημητριακά, προκαλώντας προσβολές σε αποθήκες και μύλους Βικιλεξικό
  2. εντομολογίαέντομο της οικογένειας Aleurodidae που προσβάλλει καλλιέργειες και καλλωπιστικά φυτά, προκαλώντας ζημιές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλευρώδης < αρχαία ελληνική ἀλευρώδης < ἄλευρον (ουσιαστικό: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική aleurode)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλευρώδης / αλευρώδης / αλευρώδεςαλευρώδεις / αλευρώδεις / αλευρώδη
Γενικήαλευρώδους / αλευρώδους / αλευρώδουςαλευρωδών / αλευρωδών / αλευρωδών
Αιτιατικήαλευρώδη / αλευρώδη / αλευρώδεςαλευρώδεις / αλευρώδεις / αλευρώδη
Κλητικήαλευρώδης / αλευρώδη / αλευρώδης / αλευρώδεςαλευρώδεις / αλευρώδεις / αλευρώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αλευρώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μοιάζει, αλεύρι στην υφή, την όψη ή τη σύσταση Βικιλεξικό
  2. που περιέχει αλεύρι ή παρασκευάζεται απʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλευρώδης < αρχαία ελληνική ἀλευρώδης < ἄλευρον (ουσιαστικό: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική aleurode)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλευρώδηςαλευρώδηςαλευρώδες
Γενικήαλευρώδουςαλευρώδουςαλευρώδους
Αιτιατικήαλευρώδηαλευρώδηαλευρώδες
Κλητικήαλευρώδη / αλευρώδηςαλευρώδηςαλευρώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλευρώδειςαλευρώδειςαλευρώδη
Γενικήαλευρωδώναλευρωδώναλευρωδών
Αιτιατικήαλευρώδειςαλευρώδειςαλευρώδη
Κλητικήαλευρώδειςαλευρώδειςαλευρώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →