αλευρώνω
•
- μαγειρικήπασπαλίζω με αλεύρι Βικιλεξικό
- μεταφορικάμακιγιάρω, βάζω πάρα πολύ makeup ή πούδρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευρώνω: σχηματισμός ενεργητικής φωνής < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική ἀλευρώνομαι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλευρώνω | αλευρώνεις | αλευρώνει | αλευρώνουμε | αλευρώνετε | αλευρώνουν / αλευρώνουνε |
| Παρατατικός | αλεύρωνα | αλεύρωνες | αλεύρωνε | αλευρώναμε | αλευρώνατε | αλευρώναν / αλευρώνανε / αλεύρωναν |
| Αόριστος | αλεύρωσα | αλεύρωσες | αλεύρωσε | αλευρώσαμε | αλευρώσατε | αλευρώσαν / αλευρώσανε / αλεύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα αλευρώνω / θα αλευρώσω | θα αλευρώνεις / θα αλευρώσεις | θα αλευρώνει / θα αλευρώσει | θα αλευρώνουμε / θα αλευρώσουμε | θα αλευρώνετε / θα αλευρώσετε | θα αλευρώνουν / θα αλευρώνουνε / θα αλευρώσουν / θα αλευρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλευρώσει | έχεις αλευρώσει | έχει αλευρώσει | έχουμε αλευρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλευρώσει | είχες αλευρώσει | είχε αλευρώσει | είχαμε αλευρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλευρώσει / να αλευρώνω / να αλευρώσω | να έχεις αλευρώσει / να αλευρώνεις / να αλευρώσεις | να έχει αλευρώσει / να αλευρώνει / να αλευρώσει | να έχουμε αλευρώσει / να αλευρώνουμε / να αλευρώσουμε | να αλευρώνετε / να αλευρώσετε | να αλευρώνουν / να αλευρώνουνε / να αλευρώσουν / να αλευρώσουνε |
| Προστακτική | — | αλεύρωνε / αλεύρωσε | — | — | αλευρώνετε / αλευρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αλευρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →