αληθεύω
•
- ισχύω, συμπίπτω με την αλήθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αληθεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀληθεύω Δείτε και τη μεσαιωνική ελληνική ἀληθεύω / ἀληθεύγω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αληθεύω | αληθεύεις | αληθεύει | αληθεύουμε | αληθεύετε | αληθεύουν / αληθεύουνε |
| Παρατατικός | αλήθευα | αλήθευες | αλήθευε | αληθεύαμε | αληθεύατε | αλήθευαν / αληθεύαν / αληθεύανε |
| Αόριστος | αλήθεψα | αλήθεψες | αλήθεψε | αληθέψαμε | αληθέψατε | αλήθεψαν / αληθέψαν / αληθέψανε |
| Μέλλοντας | θα αληθέψω / θα αληθεύω | θα αληθέψεις / θα αληθεύεις | θα αληθέψει / θα αληθεύει | θα αληθέψουμε / θα αληθεύουμε | θα αληθέψετε / θα αληθεύετε | θα αληθέψουν / θα αληθέψουνε / θα αληθεύουν / θα αληθεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω αληθέψει | έχεις αληθέψει | έχει αληθέψει | έχουμε αληθέψει | έχετε αληθέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αληθέψει | είχες αληθέψει | είχε αληθέψει | είχαμε αληθέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αληθέψει / να αληθέψω / να αληθεύω | να έχεις αληθέψει / να αληθέψεις / να αληθεύεις | να έχει αληθέψει / να αληθέψει / να αληθεύει | να έχουμε αληθέψει / να αληθέψουμε / να αληθεύουμε | να έχετε αληθέψει / να αληθέψετε / να αληθεύετε | να αληθέψουν / να αληθέψουνε / να αληθεύουν / να αληθεύουνε |
| Προστακτική | — | αλήθευε / αλήθεψε | — | — | αληθέψτε / αληθεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →