αληθοφάνεια
•
- το να είναι κάποιος αληθοφανής ή κάτι αληθοφανές, η ιδιότητα του να δίνει την εντύπωση ότι είναι αληθινός Βικιλεξικό
- Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Ετυμολογία
αληθοφάνεια (μαρτυρείται από το 1858) < αληθοφαν(ής) + -εια, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vraisemblance
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αληθοφάνεια | αληθοφάνειες |
| Γενική | αληθοφάνειας | αληθοφανειών |
| Αιτιατική | αληθοφάνεια | αληθοφάνειες |
| Κλητική | αληθοφάνεια | αληθοφάνειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →