Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλημέριαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει λημέρι ή δεν βρίσκεται σ' αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλημέριαστος < α- + λημεριάζω + -τος < λημέρι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλημέριαστοςαλημέριαστηαλημέριαστο
Γενικήαλημέριαστουαλημέριαστηςαλημέριαστου
Αιτιατικήαλημέριαστοαλημέριαστηαλημέριαστο
Κλητικήαλημέριαστεαλημέριαστηαλημέριαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλημέριαστοιαλημέριαστεςαλημέριαστα
Γενικήαλημέριαστωναλημέριαστωναλημέριαστων
Αιτιατικήαλημέριαστουςαλημέριαστεςαλημέριαστα
Κλητικήαλημέριαστοιαλημέριαστεςαλημέριαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →