Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλημματογράφητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει λημματογραφηθεί Βικιλεξικό
    • Τα σχετικά αλημματογράφητα ουσιαστικά ανέρχονται σε μερικές χιλιάδες και θα άξιζε να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικής μονογραφίας. (Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, e-Άλληλον, Τεύχος 7, 3ο Τρίμηνο 2022 https://allilonnet.com/wp-content/uploads/2024/03/eAllilon_Issue-_7vFINAL-1-29-32.pdf)

Ετυμολογία

αλημματογράφητος < α- + λημματογραφώ + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλημματογράφητοςαλημματογράφητηαλημματογράφητο
Γενικήαλημματογράφητουαλημματογράφητηςαλημματογράφητου
Αιτιατικήαλημματογράφητοαλημματογράφητηαλημματογράφητο
Κλητικήαλημματογράφητεαλημματογράφητηαλημματογράφητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλημματογράφητοιαλημματογράφητεςαλημματογράφητα
Γενικήαλημματογράφητωναλημματογράφητωναλημματογράφητων
Αιτιατικήαλημματογράφητουςαλημματογράφητεςαλημματογράφητα
Κλητικήαλημματογράφητοιαλημματογράφητεςαλημματογράφητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →