αληπασάδικος
•
- που έχει σχέση με τον Αλή πασά, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- Η οικονομική και στρατιωτική ισχύς του ανέδειξαν την πόλη σε σταυροδρόμι και οι ξένοι περιηγητές θαύμασαν την αληπασάδικη αυλή. (*)
- μεταφορικάβίαιος, καταπιεστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αληπασάδικος < Αλή + πασάς + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αληπασάδικος | αληπασάδικη | αληπασάδικο |
| Γενική | αληπασάδικου | αληπασάδικης | αληπασάδικου |
| Αιτιατική | αληπασάδικο | αληπασάδικη | αληπασάδικο |
| Κλητική | αληπασάδικε | αληπασάδικη | αληπασάδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αληπασάδικοι | αληπασάδικες | αληπασάδικα |
| Γενική | αληπασάδικων | αληπασάδικων | αληπασάδικων |
| Αιτιατική | αληπασάδικους | αληπασάδικες | αληπασάδικα |
| Κλητική | αληπασάδικοι | αληπασάδικες | αληπασάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →