Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αληπασάδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον Αλή πασά, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • Η οικονομική και στρατιωτική ισχύς του ανέδειξαν την πόλη σε σταυροδρόμι και οι ξένοι περιηγητές θαύμασαν την αληπασάδικη αυλή. (*)
  2. μεταφορικάβίαιος, καταπιεστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αληπασάδικος < Αλή + πασάς + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαληπασάδικοςαληπασάδικηαληπασάδικο
Γενικήαληπασάδικουαληπασάδικηςαληπασάδικου
Αιτιατικήαληπασάδικοαληπασάδικηαληπασάδικο
Κλητικήαληπασάδικεαληπασάδικηαληπασάδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαληπασάδικοιαληπασάδικεςαληπασάδικα
Γενικήαληπασάδικωναληπασάδικωναληπασάδικων
Αιτιατικήαληπασάδικουςαληπασάδικεςαληπασάδικα
Κλητικήαληπασάδικοιαληπασάδικεςαληπασάδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →