αλησμονώ
•
- λαϊκότροπολησμονώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλησμονώ < α- + λησμονώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλησμονώ | αλησμονείς | αλησμονεί | αλησμονούμε | αλησμονείτε | αλησμονούν / αλησμονούνε |
| Παρατατικός | αλησμονούσα | αλησμονούσες | αλησμονούσε | αλησμονούσαμε | αλησμονούσατε | αλησμονούσαν / αλησμονούσανε |
| Αόριστος | αλησμόνησα | αλησμόνησες | αλησμόνησε | αλησμονήσαμε | αλησμονήσατε | αλησμονήσαν / αλησμονήσανε / αλησμόνησαν |
| Μέλλοντας | θα αλησμονήσω / θα αλησμονώ | θα αλησμονήσεις / θα αλησμονείς | θα αλησμονήσει / θα αλησμονεί | θα αλησμονήσουμε / θα αλησμονούμε | θα αλησμονήσετε / θα αλησμονείτε | θα αλησμονήσουν / θα αλησμονήσουνε / θα αλησμονούν / θα αλησμονούνε |
| Παρακείμενος | έχω αλησμονήσει | έχεις αλησμονήσει | έχει αλησμονήσει | έχουμε αλησμονήσει | έχετε αλησμονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλησμονήσει | είχες αλησμονήσει | είχε αλησμονήσει | είχαμε αλησμονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλησμονήσει / να αλησμονήσω / να αλησμονώ | να έχεις αλησμονήσει / να αλησμονήσεις / να αλησμονείς | να έχει αλησμονήσει / να αλησμονήσει / να αλησμονεί | να έχουμε αλησμονήσει / να αλησμονήσουμε / να αλησμονούμε | να έχετε αλησμονήσει / να αλησμονήσετε / να αλησμονείτε | να αλησμονήσουν / να αλησμονήσουνε / να αλησμονούν / να αλησμονούνε |
| Προστακτική | — | αλησμόνει / αλησμόνησε | — | — | αλησμονήστε / αλησμονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →