αλητάμπουρας
•
- λαϊκόαλήτης Βικιλεξικό
- Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
αλητάμπουρας < αλήτ(ης) > αλητ(ο)- + πιθανόν αλβανική burrë (άντρας) + -ουρας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλητάμπουρας | αλητάμπουρες |
| Γενική | αλητάμπουρα | αλητάμπουρων |
| Αιτιατική | αλητάμπουρα | αλητάμπουρες |
| Κλητική | αλητάμπουρα | αλητάμπουρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →