αληταράς
•
- ο μεγάλος αλήτης, αυτός που έχει τις ιδιότητες του αλήτη σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
- ώσπου στο τέλος αρκούντως μακρυμάλλης, γιεγιές κι αληταράς, γνώρισε το εβδομήντα, εβδομήντα ένα μια τρελιάρα που την παντρεύτηκε σε δυό μήνες κι αυτή ήταν η απαρχή μιας σταδιοδρομίας, τριών γάμων, τριών παιδιών και μιας μεσόκοπης μοναξιάς του φίλου μου του ακτινολόγου (Πάνος Θεοδωρίδης, Το ροκ των Μακεδόνων, εκδ. Ιανός, 1998, σελ. 145)
Ετυμολογία
αληταράς < αλήτ(ης) + μεγεθυντικό επίθημα -αράς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αληταράς | αληταράδες |
| Γενική | αληταρά | αληταράδων |
| Αιτιατική | αληταρά | αληταράδες |
| Κλητική | αληταρά | αληταράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →