αλητεύω
•
- γυρίζω έξω στους δρόμους χωρίς συγκεκριμένο ή φανερό σκοπό Βικιλεξικό
- Ο γάτος μας πάλι το 'σκασε από το σπίτι. Ποιος τον ξέρει πού θα αλητεύει τώρα;
- αποκτώ τα χαρακτηριστικά του αλήτη Βικιλεξικό
- αυτό το παιδί όσο πάει κι αλητεύει
Ετυμολογία
αλητεύω < αρχαία ελληνική ἀλητεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλητεύω | αλητεύεις | αλητεύει | αλητεύουμε | αλητεύετε | αλητεύουν / αλητεύουνε |
| Παρατατικός | αλήτευα | αλήτευες | αλήτευε | αλητεύαμε | αλητεύατε | αλήτευαν / αλητεύαν / αλητεύανε |
| Αόριστος | αλήτεψα | αλήτεψες | αλήτεψε | αλητέψαμε | αλητέψατε | αλήτεψαν / αλητέψαν / αλητέψανε |
| Μέλλοντας | θα αλητέψω / θα αλητεύω | θα αλητέψεις / θα αλητεύεις | θα αλητέψει / θα αλητεύει | θα αλητέψουμε / θα αλητεύουμε | θα αλητέψετε / θα αλητεύετε | θα αλητέψουν / θα αλητέψουνε / θα αλητεύουν / θα αλητεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλητέψει | έχεις αλητέψει | έχει αλητέψει | έχουμε αλητέψει | έχετε αλητέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλητέψει | είχες αλητέψει | είχε αλητέψει | είχαμε αλητέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλητέψει / να αλητέψω / να αλητεύω | να έχεις αλητέψει / να αλητέψεις / να αλητεύεις | να έχει αλητέψει / να αλητέψει / να αλητεύει | να έχουμε αλητέψει / να αλητέψουμε / να αλητεύουμε | να έχετε αλητέψει / να αλητέψετε / να αλητεύετε | να αλητέψουν / να αλητέψουνε / να αλητεύουν / να αλητεύουνε |
| Προστακτική | — | αλήτευε / αλήτεψε | — | — | αλητέψτε / αλητεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →