αλητοπαρέα
•
- κακή συντροφιά συνήθως ανδρών ή στην οποία μπορεί να συμμετέχουν και λίγες γυναίκες, παρέα με άσχημες συνήθειες Βικιλεξικό
- παρέα που διασκεδάζει ανέμελα και ίσως κάπως ανεύθυνα, όπου η λέξη μπορεί να χρησιμοποιείται όμως και τρυφερά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλητοπαρέα < αλήτης + παρέα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλητοπαρέα | αλητοπαρέες |
| Γενική | αλητοπαρέας | αλητοπαρεών |
| Αιτιατική | αλητοπαρέα | αλητοπαρέες |
| Κλητική | αλητοπαρέα | αλητοπαρέες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →