Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλητοπαρέα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κακή συντροφιά συνήθως ανδρών ή στην οποία μπορεί να συμμετέχουν και λίγες γυναίκες, παρέα με άσχημες συνήθειες Βικιλεξικό
  2. παρέα που διασκεδάζει ανέμελα και ίσως κάπως ανεύθυνα, όπου η λέξη μπορεί να χρησιμοποιείται όμως και τρυφερά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλητοπαρέα < αλήτης + παρέα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλητοπαρέααλητοπαρέες
Γενικήαλητοπαρέαςαλητοπαρεών
Αιτιατικήαλητοπαρέααλητοπαρέες
Κλητικήαλητοπαρέααλητοπαρέες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →