αλητόπαιδο
•
- το παιδί με συμπεριφορά αλήτη, το αλητάκι Βικιλεξικό
- ο νεαρός που φέρεται αλήτικα και που βρίσκεται στη μετεφηβική ηλικία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλητόπαιδο < αλήτ(ης) + -ο- + -παιδο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλητόπαιδο | αλητόπαιδα |
| Γενική | αλητόπαιδου | αλητόπαιδων |
| Αιτιατική | αλητόπαιδο | αλητόπαιδα |
| Κλητική | αλητόπαιδο | αλητόπαιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →