αλθαία
•
- λουλούδιείδος καλλωπιστικού φυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλθαία < αρχαία ελληνική ἀλθαία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλθαία | αλθαίες |
| Γενική | αλθαίας | αλθαιών |
| Αιτιατική | αλθαία | αλθαίες |
| Κλητική | αλθαία | αλθαίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →