Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλιπηγή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πηγή με ιαματικά νερά που περιέχουν άλατα Βικιλεξικό
    • Οι πηγές της Ικαρίας θεωρούνται μεταξύ των πλέον ραδιενεργών πηγών του κόσμου και ανήκουν στην κατηγορία των υπέρθερμων ραδιενεργών αλιπηγών. (*)

Ετυμολογία

αλιπηγή < αρχαία ελληνική ἅλς + πηγή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλιπηγήαλιπηγές
Γενικήαλιπηγήςαλιπηγών
Αιτιατικήαλιπηγήαλιπηγές
Κλητικήαλιπηγήαλιπηγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →