Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλισάχνη

/a.liˈsa.xni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιολεπτή κρούστα αλατιού που προκύπτει από εξάτμιση αλατόνερου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλισάχνη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἁλισάχνη (αλάτι από αλατωρυχείο) < αρχαία ελληνική ἁλοσάχνη < συναρπαγή της φράσης ἁλός^((γενική ενικού του ἅλς)) ἄχνη με αλι- κατά τα σύνθετα όπως ἁλίπαστος (αλίπαστος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλισάχνηαλισάχνες
Γενικήαλισάχνηςαλισαχνών
Αιτιατικήαλισάχνηαλισάχνες
Κλητικήαλισάχνηαλισάχνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →