αλκίνιο
•
- χημείαακόρεστη οργανική ένωση της σειράς των υδρογονανθράκων, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ενός τριπλού δεσμού μεταξύ δύο ανθράκων και ακολουθεί τον γενικό τύπο CnH2n−2 Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλκίνιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική alkyne < alkyl + -yne < alcohol + acetylene < μεσαιωνική λατινική alcohol λατινική acetum + αρχαία ελληνική ὕλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλκίνιο | αλκίνια |
| Γενική | αλκίνιου / αλκινίου | αλκίνιων / αλκινίων |
| Αιτιατική | αλκίνιο | αλκίνια |
| Κλητική | αλκίνιο | αλκίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →