αλκαλικός
•
- χημείαπου έχει τις ιδιότητες αλκαλίου, ή που περιέχει αλκάλιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλκαλικός < αλκάλ(ιο) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλκαλικός | αλκαλική / αλκαλικη | αλκαλικο / αλκαλικό |
| Γενική | αλκαλικού | αλκαλικής | αλκαλικού |
| Αιτιατική | αλκαλικό | αλκαλική | αλκαλικό |
| Κλητική | αλκαλικέ | αλκαλική | αλκαλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλκαλικοί | αλκαλικές | αλκαλικά |
| Γενική | αλκαλικών | αλκαλικών | αλκαλικών |
| Αιτιατική | αλκαλικούς | αλκαλικές | αλκαλικά |
| Κλητική | αλκαλικοί | αλκαλικές | αλκαλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →