Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλκαϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το αλκαϊκό μέτρο, τον αλκαϊκό ενδεκασύλλαβο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλκαϊκός < ἀλκαϊκός < Ἀλκαῖος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλκαϊκόςαλκαϊκήαλκαϊκό
Γενικήαλκαϊκούαλκαϊκήςαλκαϊκού
Αιτιατικήαλκαϊκόαλκαϊκήαλκαϊκό
Κλητικήαλκαϊκέαλκαϊκήαλκαϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλκαϊκοίαλκαϊκέςαλκαϊκά
Γενικήαλκαϊκώναλκαϊκώναλκαϊκών
Αιτιατικήαλκαϊκούςαλκαϊκέςαλκαϊκά
Κλητικήαλκαϊκοίαλκαϊκέςαλκαϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →