αλκοολικός
•
- ουσιαστικοποιημένοπου είναι αλκοολικός Βικιλεξικό
- μεταφορικάαλκοολικός με κάτι: που του αρέσει κάτι παρά πολύ· που έχει μανία με κάτι Βικιλεξικό
- ο Κώστας είναι αλκοολικός με τη μουσική
- αυτός ο υπουργός είναι αλκοολικός με την εξουσία
Ετυμολογία
αλκοολικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική alcoolique < alcool αλκοόλ + -ικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →