αλκοολομετρικός
•
- σχετικός με την αλκοολομέτρηση ή που χρησιμεύει σε αυτήν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλκοολομετρικός < αλκοολομέτρηση
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλκοολομετρικός | αλκοολομετρική | αλκοολομετρικό |
| Γενική | αλκοολομετρικού | αλκοολομετρικής | αλκοολομετρικού |
| Αιτιατική | αλκοολομετρικό | αλκοολομετρική | αλκοολομετρικό |
| Κλητική | αλκοολομετρικέ | αλκοολομετρική | αλκοολομετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλκοολομετρικοί | αλκοολομετρικές | αλκοολομετρικά |
| Γενική | αλκοολομετρικών | αλκοολομετρικών | αλκοολομετρικών |
| Αιτιατική | αλκοολομετρικούς | αλκοολομετρικές | αλκοολομετρικά |
| Κλητική | αλκοολομετρικοί | αλκοολομετρικές | αλκοολομετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →