Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλκυονίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνήθως στον πληθυντικό: αλκυονίδεςημέρα του Ιανουαρίου (ή γενικότερα χειμωνιάτικη), κατά την οποία έχει καλοκαιρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλκυονίδα < (ελληνιστική κοινή) < ἀλκυών

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλκυονίδααλκυονίδες
Γενικήαλκυονίδαςαλκυονίδων
Αιτιατικήαλκυονίδααλκυονίδες
Κλητικήαλκυονίδααλκυονίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →