αλλά
•
- και ως επιφώνημαγια να δηλώσει ότι ο όρος ή η πρόταση που ακολουθεί, υποδεικνύει οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που προαναφέρθηκε Βικιλεξικό
- Είχε κάτι μάτια γαλανά, αλλά τι γαλανά! Σκούρα μπλε!
- καιγια να δηλώσει ότι ο όρος ή η πρόταση που ακολουθεί, υποδεικνύει οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που προαναφέρθηκε Βικιλεξικό
- υπάρχει πάντα κι ένα αλλά
Ετυμολογία
αλλά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀλλά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →