αλλαξιά
•
- το σύνολο από ρούχα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αλλάξει κάποιος αυτά που φοράει Βικιλεξικό
- πάρε μαζί σου και δυο αλλαξιές εσώρουχα για κάθε ενδεχόμενο
- σπάνιοη ανταλλαγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλαξιά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλαξιά | αλλαξιές |
| Γενική | αλλαξιάς | αλλαξιών |
| Αιτιατική | αλλαξιά | αλλαξιές |
| Κλητική | αλλαξιά | αλλαξιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →