Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλλαξοκαιριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αλλαγή του καιρού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλλαξοκαιριά < μεσαιωνική ελληνική ἀλλαξοκαιρία ή -ριά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλλαξοκαιριάαλλαξοκαιριές
Γενικήαλλαξοκαιριάςαλλαξοκαιριών
Αιτιατικήαλλαξοκαιριάαλλαξοκαιριές
Κλητικήαλλαξοκαιριάαλλαξοκαιριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →