αλλαξοκωλιά
•
- προφορικόαμοιβαία σεξουαλική πράξη μεταξύ ανδρών με εναλλαγή ενεργητικού και παθητικού ρόλου Βικιλεξικό
- μεταφορικάεναλλαγή συγκεκριμένων προσώπων σε ρόλους ή θέσεις, που παραπέμπει σε σχέσεις αλληλοεξυπηρέτησης ή φαυλότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλαξοκωλιά < αλλαξο- + κώλος + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλαξοκωλιά | αλλαξοκωλιές |
| Γενική | αλλαξοκωλιάς | αλλαξοκωλιών |
| Αιτιατική | αλλαξοκωλιά | αλλαξοκωλιές |
| Κλητική | αλλαξοκωλιά | αλλαξοκωλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →