αλλαξοπιστώ
•
- αλλάζω πίστη, μεταβάλλω τις θρησκευτικές μου κυρίως πεποιθήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλαξοπιστώ < αλλαξόπιστος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλλαξοπιστώ | αλλαξοπιστείς | αλλαξοπιστεί | αλλαξοπιστούμε | αλλαξοπιστείτε | αλλαξοπιστούν / αλλαξοπιστούνε |
| Παρατατικός | αλλαξοπιστούσα | αλλαξοπιστούσες | αλλαξοπιστούσε | αλλαξοπιστούσαμε | αλλαξοπιστούσατε | αλλαξοπιστούσαν / αλλαξοπιστούσανε |
| Αόριστος | αλλαξοπίστησα | αλλαξοπίστησες | αλλαξοπίστησε | αλλαξοπιστήσαμε | αλλαξοπιστήσατε | αλλαξοπίστησαν / αλλαξοπιστήσαν / αλλαξοπιστήσανε |
| Μέλλοντας | θα αλλαξοπιστήσω / θα αλλαξοπιστώ | θα αλλαξοπιστήσεις / θα αλλαξοπιστείς | θα αλλαξοπιστήσει / θα αλλαξοπιστεί | θα αλλαξοπιστήσουμε / θα αλλαξοπιστούμε | θα αλλαξοπιστήσετε / θα αλλαξοπιστείτε | θα αλλαξοπιστήσουν / θα αλλαξοπιστήσουνε / θα αλλαξοπιστούν / θα αλλαξοπιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αλλαξοπιστήσει | έχεις αλλαξοπιστήσει | έχει αλλαξοπιστήσει | έχουμε αλλαξοπιστήσει | έχετε αλλαξοπιστήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλλαξοπιστήσει | είχες αλλαξοπιστήσει | είχε αλλαξοπιστήσει | είχαμε αλλαξοπιστήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλλαξοπιστήσει / να αλλαξοπιστήσω / να αλλαξοπιστώ | να έχεις αλλαξοπιστήσει / να αλλαξοπιστήσεις / να αλλαξοπιστείς | να έχει αλλαξοπιστήσει / να αλλαξοπιστήσει / να αλλαξοπιστεί | να έχουμε αλλαξοπιστήσει / να αλλαξοπιστήσουμε / να αλλαξοπιστούμε | να έχετε αλλαξοπιστήσει / να αλλαξοπιστήσετε / να αλλαξοπιστείτε | να αλλαξοπιστήσουν / να αλλαξοπιστήσουνε / να αλλαξοπιστούν / να αλλαξοπιστούνε |
| Προστακτική | — | αλλαξοπίστει / αλλαξοπίστησε | — | — | αλλαξοπιστήστε / αλλαξοπιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →