Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλλεπάλληλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο απανωτός, ο ένας μετά τον άλλο, ο επαναλαμβανόμενος αδιάκοπα, χωρίς διακοπή, συνήθως για κάτι δυσάρεστο ή που καταντά δυσάρεστο λόγω της επιμονής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλλεπάλληλος < (ελληνιστική κοινή) ἀλλεπάλληλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλλεπάλληλοςαλλεπάλληληαλλεπάλληλο
Γενικήαλλεπάλληλουαλλεπάλληληςαλλεπάλληλου
Αιτιατικήαλλεπάλληλοαλλεπάλληληαλλεπάλληλο
Κλητικήαλλεπάλληλεαλλεπάλληληαλλεπάλληλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλλεπάλληλοιαλλεπάλληλεςαλλεπάλληλα
Γενικήαλλεπάλληλωναλλεπάλληλωναλλεπάλληλων
Αιτιατικήαλλεπάλληλουςαλλεπάλληλεςαλλεπάλληλα
Κλητικήαλλεπάλληλοιαλλεπάλληλεςαλλεπάλληλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →