Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλλεργικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που πάσχει από αλλεργία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλλεργικός < αλλεργία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλλεργική / αλλεργικός / αλλεργικόαλλεργικές / αλλεργικοί / αλλεργικά
Γενικήαλλεργικής / αλλεργικού / αλλεργικούαλλεργικών / αλλεργικών / αλλεργικών
Αιτιατικήαλλεργική / αλλεργικό / αλλεργικόαλλεργικές / αλλεργικούς / αλλεργικά
Κλητικήαλλεργική / αλλεργικέ / αλλεργικόαλλεργικές / αλλεργικοί / αλλεργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αλλεργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην αλλεργία, κάθε κατάσταση που έχει ως χαρακτηριστικό την έντονη αντίδραση του οργανισμού απέναντι σε μια έξωθεν εισερχόμενη ουσία Βικιλεξικό
    • Υπάρχει μια φράση του Θουκυδίδη - κόκκινο πανί για τους απανταχού βολεψιματίες της ήσσονος προσπάθειας, τους πολέμιους της εντατικοποίησης και τους αλλεργικούς στην αριστείας. (Γιώργος Ι. Κωστούλας, Η Μεσαία Τάξη: Μεταξύ των άλλων και μια αυτοδίδακτη παιδαγωγός, 15/9/2025 https://www.capital.gr/me-apopsi/3943497/3943497-i-mesaia-taxi-metaxu-ton-allon-kai-mia-autodidakti-paidagogos/)

Ετυμολογία

αλλεργικός < αλλεργία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλλεργικόςαλλεργικήαλλεργικό
Γενικήαλλεργικούαλλεργικήςαλλεργικού
Αιτιατικήαλλεργικόαλλεργικήαλλεργικό
Κλητικήαλλεργικέαλλεργικήαλλεργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλλεργικοίαλλεργικέςαλλεργικά
Γενικήαλλεργικώναλλεργικώναλλεργικών
Αιτιατικήαλλεργικούςαλλεργικέςαλλεργικά
Κλητικήαλλεργικοίαλλεργικέςαλλεργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →