Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλλεργιολογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήιατρική ειδικότητα για την καταπολέμηση των αλλεργιών ή/και τη θεραπεία του ασθενούς απʼ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλλεργιολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική allergologie < αρχαία ελληνική ἄλλος + ἔργον + λέγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλλεργιολογίααλλεργιολογίες
Γενικήαλλεργιολογίαςαλλεργιολογιών
Αιτιατικήαλλεργιολογίααλλεργιολογίες
Κλητικήαλλεργιολογίααλλεργιολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →