αλληθωρίζω
•
- τα μάτια μου κοιτούν προς ελαφρά διαφορετικές κατευθύνσεις επειδή πάσχω από στραβισμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάδείχνω ενδιαφέρον και για κάτι που δεν είναι απολύτως αποδεκτό ή που ξεφεύγει από τις συνήθειές μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληθωρίζω < αλλήθωρος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλληθωρίζω | αλληθωρίζεις | αλληθωρίζει | αλληθωρίζουμε | αλληθωρίζετε | αλληθωρίζουν / αλληθωρίζουνε |
| Παρατατικός | αλληθώριζα | αλληθώριζες | αλληθώριζε | αλληθωρίζαμε | αλληθωρίζατε | αλληθωρίζαν / αλληθωρίζανε / αλληθώριζαν |
| Αόριστος | αλληθώρισα | αλληθώρισες | αλληθώρισε | αλληθωρίσαμε | αλληθωρίσατε | αλληθωρίσαν / αλληθωρίσανε / αλληθώρισαν |
| Μέλλοντας | θα αλληθωρίζω / θα αλληθωρίσω | θα αλληθωρίζεις / θα αλληθωρίσεις | θα αλληθωρίζει / θα αλληθωρίσει | θα αλληθωρίζουμε / θα αλληθωρίσουμε | θα αλληθωρίζετε / θα αλληθωρίσετε | θα αλληθωρίζουν / θα αλληθωρίζουνε / θα αλληθωρίσουν / θα αλληθωρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλληθωρίσει | έχεις αλληθωρίσει | έχει αλληθωρίσει | έχουμε αλληθωρίσει | έχετε αλληθωρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλληθωρίσει | είχες αλληθωρίσει | είχε αλληθωρίσει | είχαμε αλληθωρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλληθωρίσει / να αλληθωρίζω / να αλληθωρίσω | να έχεις αλληθωρίσει / να αλληθωρίζεις / να αλληθωρίσεις | να έχει αλληθωρίσει / να αλληθωρίζει / να αλληθωρίσει | να έχουμε αλληθωρίσει / να αλληθωρίζουμε / να αλληθωρίσουμε | να έχετε αλληθωρίσει / να αλληθωρίζετε / να αλληθωρίσετε | να αλληθωρίζουν / να αλληθωρίζουνε / να αλληθωρίσουν / να αλληθωρίσουνε |
| Προστακτική | — | αλληθώριζε / αλληθώρισε | — | — | αλληθωρίζετε / αλληθωρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →