Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλληθωρίζω

ρήμα
•
  1. τα μάτια μου κοιτούν προς ελαφρά διαφορετικές κατευθύνσεις επειδή πάσχω από στραβισμό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδείχνω ενδιαφέρον και για κάτι που δεν είναι απολύτως αποδεκτό ή που ξεφεύγει από τις συνήθειές μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλληθωρίζω < αλλήθωρος + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαλληθωρίζωαλληθωρίζειςαλληθωρίζειαλληθωρίζουμεαλληθωρίζετεαλληθωρίζουν / αλληθωρίζουνε
Παρατατικόςαλληθώριζααλληθώριζεςαλληθώριζεαλληθωρίζαμεαλληθωρίζατεαλληθωρίζαν / αλληθωρίζανε / αλληθώριζαν
Αόριστοςαλληθώρισααλληθώρισεςαλληθώρισεαλληθωρίσαμεαλληθωρίσατεαλληθωρίσαν / αλληθωρίσανε / αλληθώρισαν
Μέλλονταςθα αλληθωρίζω / θα αλληθωρίσωθα αλληθωρίζεις / θα αλληθωρίσειςθα αλληθωρίζει / θα αλληθωρίσειθα αλληθωρίζουμε / θα αλληθωρίσουμεθα αλληθωρίζετε / θα αλληθωρίσετεθα αλληθωρίζουν / θα αλληθωρίζουνε / θα αλληθωρίσουν / θα αλληθωρίσουνε
Παρακείμενοςέχω αλληθωρίσειέχεις αλληθωρίσειέχει αλληθωρίσειέχουμε αλληθωρίσειέχετε αλληθωρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αλληθωρίσειείχες αλληθωρίσειείχε αλληθωρίσειείχαμε αλληθωρίσει——
Υποτακτικήνα έχω αλληθωρίσει / να αλληθωρίζω / να αλληθωρίσωνα έχεις αλληθωρίσει / να αλληθωρίζεις / να αλληθωρίσειςνα έχει αλληθωρίσει / να αλληθωρίζει / να αλληθωρίσεινα έχουμε αλληθωρίσει / να αλληθωρίζουμε / να αλληθωρίσουμενα έχετε αλληθωρίσει / να αλληθωρίζετε / να αλληθωρίσετενα αλληθωρίζουν / να αλληθωρίζουνε / να αλληθωρίσουν / να αλληθωρίσουνε
Προστακτική—αλληθώριζε / αλληθώρισε——αλληθωρίζετε / αλληθωρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →