αλληλασφάλεια
•
- αμοιβαία ασφάλεια, κατά την οποία ο κάθε ασφαλιζόμενος είναι ταυτόχρονα και ασφαλιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλασφάλεια < αλληλο- + ασφάλεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλασφάλεια | αλληλασφάλειες |
| Γενική | αλληλασφάλειας | αλληλασφαλειών |
| Αιτιατική | αλληλασφάλεια | αλληλασφάλειες |
| Κλητική | αλληλασφάλεια | αλληλασφάλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →