αλληλεπιδρώ
•
- αλληλοπαθητικόεπιδρώ αμοιβαία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλεπιδρώ < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλληλεπιδρώ | αλληλεπιδράς | αλληλεπιδρά | αλληλεπιδρούμε | αλληλεπιδράτε | αλληλεπιδρούν |
| Παρατατικός | αλληλεπιδρούσα | αλληλεπιδρούσες | αλληλεπιδρούσε | αλληλεπιδρούσαμε | αλληλεπιδρούσατε | αλληλεπιδρούσαν |
| Αόριστος | αλληλεπίδρασα | αλληλεπίδρασες | αλληλεπίδρασε | αλληλεπιδράσαμε | αλληλεπιδράσατε | αλληλεπίδρασαν / αλληλεπιδράσαν / αλληλεπιδράσανε |
| Μέλλοντας | θα αλληλεπιδράσω / θα αλληλεπιδρώ | θα αλληλεπιδράς / θα αλληλεπιδράσεις | θα αλληλεπιδρά / θα αλληλεπιδράσει | θα αλληλεπιδράσουμε / θα αλληλεπιδρούμε | θα αλληλεπιδράσετε / θα αλληλεπιδράτε | θα αλληλεπιδράσουν / θα αλληλεπιδράσουνε / θα αλληλεπιδρούν |
| Παρακείμενος | έχω αλληλεπιδράσει | έχεις αλληλεπιδράσει | έχει αλληλεπιδράσει | έχουμε αλληλεπιδράσει | έχετε αλληλεπιδράσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλληλεπιδράσει | είχες αλληλεπιδράσει | είχε αλληλεπιδράσει | είχαμε αλληλεπιδράσει | είχατε αλληλεπιδράσει | — |
| Υποτακτική | να έχω αλληλεπιδράσει / να αλληλεπιδράσω / να αλληλεπιδρώ | να έχεις αλληλεπιδράσει / να αλληλεπιδράς / να αλληλεπιδράσεις | να έχει αλληλεπιδράσει / να αλληλεπιδρά / να αλληλεπιδράσει | να έχουμε αλληλεπιδράσει / να αλληλεπιδράσουμε / να αλληλεπιδρούμε | να έχετε αλληλεπιδράσει / να αλληλεπιδράσετε / να αλληλεπιδράτε | να αλληλεπιδράσουν / να αλληλεπιδράσουνε / να αλληλεπιδρούν |
| Προστακτική | — | αλληλεπίδρα / αλληλεπίδραγε / αλληλεπίδρασε | — | — | αλληλεπιδράτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αλληλεπιδράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →