αλληλοβοηθιέμαι
•
- αλληλοπαθητικόβοηθούμε ο ένας τον άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλοβοηθιέμαι < αλληλο- + βοηθιέμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλληλοβοηθιέμαι | αλληλοβοηθιέσαι | αλληλοβοηθιέται | αλληλοβοηθιόμαστε | αλληλοβοηθιέστε | αλληλοβοηθιούνται |
| Παρατατικός | αλληλοβοηθιόμουν / αλληλοβοηθιόμουνα | αλληλοβοηθιόσουν / αλληλοβοηθιόσουνα | αλληλοβοηθιόταν / αλληλοβοηθιότανε | αλληλοβοηθιόμασταν / αλληλοβοηθιόμαστε | αλληλοβοηθιόσασταν / αλληλοβοηθιόσαστε | αλληλοβοηθιούνταν / αλληλοβοηθιόνταν / αλληλοβοηθιόντανε / αλληλοβοηθιόντουσαν |
| Αόριστος | αλληλοβοηθήθηκα | αλληλοβοηθήθηκες | αλληλοβοηθήθηκε | αλληλοβοηθηθήκαμε | αλληλοβοηθηθήκατε | αλληλοβοηθήθηκαν / αλληλοβοηθηθήκαν / αλληλοβοηθηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αλληλοβοηθηθώ / θα αλληλοβοηθιέμαι | θα αλληλοβοηθηθείς / θα αλληλοβοηθιέσαι | θα αλληλοβοηθηθεί / θα αλληλοβοηθιέται | θα αλληλοβοηθηθούμε / θα αλληλοβοηθιόμαστε | θα αλληλοβοηθηθείτε / θα αλληλοβοηθιέστε | θα αλληλοβοηθηθούν / θα αλληλοβοηθηθούνε / θα αλληλοβοηθιούνται |
| Παρακείμενος | έχω αλληλοβοηθηθεί | έχεις αλληλοβοηθηθεί | έχει αλληλοβοηθηθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλληλοβοηθηθεί | είχες αλληλοβοηθηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλληλοβοηθηθεί / να αλληλοβοηθηθώ / να αλληλοβοηθιέμαι | να έχεις αλληλοβοηθηθεί / να αλληλοβοηθηθείς / να αλληλοβοηθιέσαι | να έχει αλληλοβοηθηθεί / να αλληλοβοηθηθεί / να αλληλοβοηθιέται | να αλληλοβοηθηθούμε / να αλληλοβοηθιόμαστε | να αλληλοβοηθηθείτε / να αλληλοβοηθιέστε | να αλληλοβοηθηθούν / να αλληλοβοηθηθούνε / να αλληλοβοηθιούνται |
| Προστακτική | — | αλληλοβοηθήσου | — | — | αλληλοβοηθηθείτε / αλληλοβοηθιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →