Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλληλοεξοντώνομαι

/a.li.lo.e.ksonˈdo.no.me/ρήμα
•
  1. αλληλοπαθητικόγια κάποιους που εξοντώνουν ο ένας τον άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλληλοεξοντώνομαι < καθαρεύουσα ἀλληλοεξόντ(ωσις) + -ώνομαι (αναδρομικός σχηματισμός). Μορφολογικά, αλληλο- + εξοντώνομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαλληλοεξοντώνομαιαλληλοεξοντώνεσαιαλληλοεξοντώνεταιαλληλοεξοντωνόμαστεαλληλοεξοντώνεστεαλληλοεξοντώνονται
Παρατατικόςαλληλοεξοντωνόμουν / αλληλοεξοντωνόμουνααλληλοεξοντωνόσουν / αλληλοεξοντωνόσουνααλληλοεξοντωνόταν / αλληλοεξοντωνότανεαλληλοεξοντωνόμασταν / αλληλοεξοντωνόμαστεαλληλοεξοντωνόσασταν / αλληλοεξοντωνόσαστεαλληλοεξοντωνόντουσαν / αλληλοεξοντώνονταν
Αόριστοςαλληλοεξοντώθηκααλληλοεξοντώθηκεςαλληλοεξοντώθηκεαλληλοεξοντωθήκαμεαλληλοεξοντωθήκατεαλληλοεξοντωθήκαν / αλληλοεξοντωθήκανε / αλληλοεξοντώθηκαν
Μέλλονταςθα αλληλοεξοντωθώ / θα αλληλοεξοντώνομαιθα αλληλοεξοντωθείς / θα αλληλοεξοντώνεσαιθα αλληλοεξοντωθεί / θα αλληλοεξοντώνεταιθα αλληλοεξοντωθούμε / θα αλληλοεξοντωνόμαστεθα αλληλοεξοντωθείτε / θα αλληλοεξοντώνεστεθα αλληλοεξοντωθούν / θα αλληλοεξοντωθούνε / θα αλληλοεξοντώνονται
Παρακείμενοςέχω αλληλοεξοντωθείέχεις αλληλοεξοντωθείέχει αλληλοεξοντωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αλληλοεξοντωθείείχες αλληλοεξοντωθείείχε αλληλοεξοντωθεί———
Υποτακτικήνα έχω αλληλοεξοντωθεί / να αλληλοεξοντωθώ / να αλληλοεξοντώνομαινα έχεις αλληλοεξοντωθεί / να αλληλοεξοντωθείς / να αλληλοεξοντώνεσαινα έχει αλληλοεξοντωθεί / να αλληλοεξοντωθεί / να αλληλοεξοντώνεταινα αλληλοεξοντωθούμε / να αλληλοεξοντωνόμαστενα αλληλοεξοντωθείτε / να αλληλοεξοντώνεστενα αλληλοεξοντωθούν / να αλληλοεξοντωθούνε / να αλληλοεξοντώνονται
Προστακτική—αλληλοεξοντώνου / αλληλοεξοντώσου——αλληλοεξοντωθείτε / αλληλοεξοντώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →