αλληλοεξοντώνομαι
•
- αλληλοπαθητικόγια κάποιους που εξοντώνουν ο ένας τον άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλοεξοντώνομαι < καθαρεύουσα ἀλληλοεξόντ(ωσις) + -ώνομαι (αναδρομικός σχηματισμός). Μορφολογικά, αλληλο- + εξοντώνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλληλοεξοντώνομαι | αλληλοεξοντώνεσαι | αλληλοεξοντώνεται | αλληλοεξοντωνόμαστε | αλληλοεξοντώνεστε | αλληλοεξοντώνονται |
| Παρατατικός | αλληλοεξοντωνόμουν / αλληλοεξοντωνόμουνα | αλληλοεξοντωνόσουν / αλληλοεξοντωνόσουνα | αλληλοεξοντωνόταν / αλληλοεξοντωνότανε | αλληλοεξοντωνόμασταν / αλληλοεξοντωνόμαστε | αλληλοεξοντωνόσασταν / αλληλοεξοντωνόσαστε | αλληλοεξοντωνόντουσαν / αλληλοεξοντώνονταν |
| Αόριστος | αλληλοεξοντώθηκα | αλληλοεξοντώθηκες | αλληλοεξοντώθηκε | αλληλοεξοντωθήκαμε | αλληλοεξοντωθήκατε | αλληλοεξοντωθήκαν / αλληλοεξοντωθήκανε / αλληλοεξοντώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αλληλοεξοντωθώ / θα αλληλοεξοντώνομαι | θα αλληλοεξοντωθείς / θα αλληλοεξοντώνεσαι | θα αλληλοεξοντωθεί / θα αλληλοεξοντώνεται | θα αλληλοεξοντωθούμε / θα αλληλοεξοντωνόμαστε | θα αλληλοεξοντωθείτε / θα αλληλοεξοντώνεστε | θα αλληλοεξοντωθούν / θα αλληλοεξοντωθούνε / θα αλληλοεξοντώνονται |
| Παρακείμενος | έχω αλληλοεξοντωθεί | έχεις αλληλοεξοντωθεί | έχει αλληλοεξοντωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλληλοεξοντωθεί | είχες αλληλοεξοντωθεί | είχε αλληλοεξοντωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλληλοεξοντωθεί / να αλληλοεξοντωθώ / να αλληλοεξοντώνομαι | να έχεις αλληλοεξοντωθεί / να αλληλοεξοντωθείς / να αλληλοεξοντώνεσαι | να έχει αλληλοεξοντωθεί / να αλληλοεξοντωθεί / να αλληλοεξοντώνεται | να αλληλοεξοντωθούμε / να αλληλοεξοντωνόμαστε | να αλληλοεξοντωθείτε / να αλληλοεξοντώνεστε | να αλληλοεξοντωθούν / να αλληλοεξοντωθούνε / να αλληλοεξοντώνονται |
| Προστακτική | — | αλληλοεξοντώνου / αλληλοεξοντώσου | — | — | αλληλοεξοντωθείτε / αλληλοεξοντώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →