Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλληλοεξυπηρέτηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο να εξυπηρετεί αμοιβαία ο ένας τον άλλον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλληλοεξυπηρέτηση < αλληλο- + εξυπηρέτηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλληλοεξυπηρέτησηαλληλοεξυπηρετήσεις
Γενικήαλληλοεξυπηρέτησηςαλληλοεξυπηρετήσεων
Αιτιατικήαλληλοεξυπηρέτησηαλληλοεξυπηρετήσεις
Κλητικήαλληλοεξυπηρέτησηαλληλοεξυπηρετήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →