αλληλοεξυπηρέτηση
•
- λόγιοτο να εξυπηρετεί αμοιβαία ο ένας τον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλοεξυπηρέτηση < αλληλο- + εξυπηρέτηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλοεξυπηρέτηση | αλληλοεξυπηρετήσεις |
| Γενική | αλληλοεξυπηρέτησης | αλληλοεξυπηρετήσεων |
| Αιτιατική | αλληλοεξυπηρέτηση | αλληλοεξυπηρετήσεις |
| Κλητική | αλληλοεξυπηρέτηση | αλληλοεξυπηρετήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →