αλληλοκαλύπτονται
•
- για αντικείμενα ή φαινόμενα που καλύπτουν το ένα το άλλο στον χώρο ή στον ήχο, προκαλώντας επικάλυψη ή σύγχυση Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια πρόσωπα που παρέχουν ο ένας στον άλλο κάλυψη ή προστασία, υλική ή ηθική, συχνά αποκρύπτοντας παραβατικές πράξεις Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια έννοιες ή σημασίες που συμπίπτουν μερικώς ή πλήρως, δείχνοντας θεματική ή εννοιολογική συνάφεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλοκαλύπτονται < αλληλο- + καλύπτομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →