Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλληλοκαλύπτονται

ρήμα
•
  1. για αντικείμενα ή φαινόμενα που καλύπτουν το ένα το άλλο στον χώρο ή στον ήχο, προκαλώντας επικάλυψη ή σύγχυση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάγια πρόσωπα που παρέχουν ο ένας στον άλλο κάλυψη ή προστασία, υλική ή ηθική, συχνά αποκρύπτοντας παραβατικές πράξεις Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάγια έννοιες ή σημασίες που συμπίπτουν μερικώς ή πλήρως, δείχνοντας θεματική ή εννοιολογική συνάφεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλληλοκαλύπτονται < αλληλο- + καλύπτομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →