αλληλοκουρσεύομαι
•
- αλληλοπαθητικόκουρσεύει ο ένας τον άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλοκουρσεύομαι < αλληλο- + κουρσεύομαι < μεσαιωνική ελληνική κουρσάρος < ιταλική corsaro < μεσαιωνική λατινική cursarius < λατινική cursus < curro < πρωτοϊταλική *korzō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱers- (τρέχω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →