αλληλοπαθητικός
•
- γραμματικήπου εκφράζει / δηλώνει αλληλοπάθεια Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αλληλοπαθής
- βοτανικήπου έχει σχέση με την αλληλοπάθεια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αλληλοπαθής
Ετυμολογία
αλληλοπαθητικός < αλληλοπαθής + -τικός ((βοτανική): (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική allelopathic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλοπαθητικός | αλληλοπαθητική | αλληλοπαθητικό |
| Γενική | αλληλοπαθητικού | αλληλοπαθητικής | αλληλοπαθητικού |
| Αιτιατική | αλληλοπαθητικό | αλληλοπαθητική | αλληλοπαθητικό |
| Κλητική | αλληλοπαθητικέ | αλληλοπαθητική | αλληλοπαθητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλοπαθητικοί | αλληλοπαθητικές | αλληλοπαθητικά |
| Γενική | αλληλοπαθητικών | αλληλοπαθητικών | αλληλοπαθητικών |
| Αιτιατική | αλληλοπαθητικούς | αλληλοπαθητικές | αλληλοπαθητικά |
| Κλητική | αλληλοπαθητικοί | αλληλοπαθητικές | αλληλοπαθητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →