Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλληλοπαθητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήπου εκφράζει / δηλώνει αλληλοπάθεια Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: αλληλοπαθής
  2. βοτανικήπου έχει σχέση με την αλληλοπάθεια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: αλληλοπαθής

Ετυμολογία

αλληλοπαθητικός < αλληλοπαθής + -τικός ((βοτανική): (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική allelopathic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλληλοπαθητικόςαλληλοπαθητικήαλληλοπαθητικό
Γενικήαλληλοπαθητικούαλληλοπαθητικήςαλληλοπαθητικού
Αιτιατικήαλληλοπαθητικόαλληλοπαθητικήαλληλοπαθητικό
Κλητικήαλληλοπαθητικέαλληλοπαθητικήαλληλοπαθητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλληλοπαθητικοίαλληλοπαθητικέςαλληλοπαθητικά
Γενικήαλληλοπαθητικώναλληλοπαθητικώναλληλοπαθητικών
Αιτιατικήαλληλοπαθητικούςαλληλοπαθητικέςαλληλοπαθητικά
Κλητικήαλληλοπαθητικοίαλληλοπαθητικέςαλληλοπαθητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →