αλληλοσκοτώνομαι
•
- αλληλοπαθητικόδιαπληκτίζομαι έντονα με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλοσκοτώνομαι < αλληλο- + σκοτώνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλληλοσκοτώνομαι | αλληλοσκοτώνεσαι | αλληλοσκοτώνεται | αλληλοσκοτωνόμαστε | αλληλοσκοτώνεστε | αλληλοσκοτώνονται |
| Παρατατικός | αλληλοσκοτωνόμουν / αλληλοσκοτωνόμουνα | αλληλοσκοτωνόσουν / αλληλοσκοτωνόσουνα | αλληλοσκοτωνόταν / αλληλοσκοτωνότανε | αλληλοσκοτωνόμασταν / αλληλοσκοτωνόμαστε | αλληλοσκοτωνόσασταν / αλληλοσκοτωνόσαστε | αλληλοσκοτωνόντουσαν / αλληλοσκοτώνονταν |
| Αόριστος | αλληλοσκοτώθηκα | αλληλοσκοτώθηκες | αλληλοσκοτώθηκε | αλληλοσκοτωθήκαμε | αλληλοσκοτωθήκατε | αλληλοσκοτωθήκαν / αλληλοσκοτωθήκανε / αλληλοσκοτώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αλληλοσκοτωθώ / θα αλληλοσκοτώνομαι | θα αλληλοσκοτωθείς / θα αλληλοσκοτώνεσαι | θα αλληλοσκοτωθεί / θα αλληλοσκοτώνεται | θα αλληλοσκοτωθούμε / θα αλληλοσκοτωνόμαστε | θα αλληλοσκοτωθείτε / θα αλληλοσκοτώνεστε | θα αλληλοσκοτωθούν / θα αλληλοσκοτωθούνε / θα αλληλοσκοτώνονται |
| Παρακείμενος | έχω αλληλοσκοτωθεί | έχεις αλληλοσκοτωθεί | έχει αλληλοσκοτωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλληλοσκοτωθεί | είχες αλληλοσκοτωθεί | είχε αλληλοσκοτωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλληλοσκοτωθεί / να αλληλοσκοτωθώ / να αλληλοσκοτώνομαι | να έχεις αλληλοσκοτωθεί / να αλληλοσκοτωθείς / να αλληλοσκοτώνεσαι | να έχει αλληλοσκοτωθεί / να αλληλοσκοτωθεί / να αλληλοσκοτώνεται | να αλληλοσκοτωθούμε / να αλληλοσκοτωνόμαστε | να αλληλοσκοτωθείτε / να αλληλοσκοτώνεστε | να αλληλοσκοτωθούν / να αλληλοσκοτωθούνε / να αλληλοσκοτώνονται |
| Προστακτική | — | αλληλοσκοτώνου / αλληλοσκοτώσου | — | — | αλληλοσκοτωθείτε / αλληλοσκοτώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →