Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλληλοσκοτώνομαι

ρήμα
•
  1. αλληλοπαθητικόδιαπληκτίζομαι έντονα με κάποιον άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλληλοσκοτώνομαι < αλληλο- + σκοτώνομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαλληλοσκοτώνομαιαλληλοσκοτώνεσαιαλληλοσκοτώνεταιαλληλοσκοτωνόμαστεαλληλοσκοτώνεστεαλληλοσκοτώνονται
Παρατατικόςαλληλοσκοτωνόμουν / αλληλοσκοτωνόμουνααλληλοσκοτωνόσουν / αλληλοσκοτωνόσουνααλληλοσκοτωνόταν / αλληλοσκοτωνότανεαλληλοσκοτωνόμασταν / αλληλοσκοτωνόμαστεαλληλοσκοτωνόσασταν / αλληλοσκοτωνόσαστεαλληλοσκοτωνόντουσαν / αλληλοσκοτώνονταν
Αόριστοςαλληλοσκοτώθηκααλληλοσκοτώθηκεςαλληλοσκοτώθηκεαλληλοσκοτωθήκαμεαλληλοσκοτωθήκατεαλληλοσκοτωθήκαν / αλληλοσκοτωθήκανε / αλληλοσκοτώθηκαν
Μέλλονταςθα αλληλοσκοτωθώ / θα αλληλοσκοτώνομαιθα αλληλοσκοτωθείς / θα αλληλοσκοτώνεσαιθα αλληλοσκοτωθεί / θα αλληλοσκοτώνεταιθα αλληλοσκοτωθούμε / θα αλληλοσκοτωνόμαστεθα αλληλοσκοτωθείτε / θα αλληλοσκοτώνεστεθα αλληλοσκοτωθούν / θα αλληλοσκοτωθούνε / θα αλληλοσκοτώνονται
Παρακείμενοςέχω αλληλοσκοτωθείέχεις αλληλοσκοτωθείέχει αλληλοσκοτωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αλληλοσκοτωθείείχες αλληλοσκοτωθείείχε αλληλοσκοτωθεί———
Υποτακτικήνα έχω αλληλοσκοτωθεί / να αλληλοσκοτωθώ / να αλληλοσκοτώνομαινα έχεις αλληλοσκοτωθεί / να αλληλοσκοτωθείς / να αλληλοσκοτώνεσαινα έχει αλληλοσκοτωθεί / να αλληλοσκοτωθεί / να αλληλοσκοτώνεταινα αλληλοσκοτωθούμε / να αλληλοσκοτωνόμαστενα αλληλοσκοτωθείτε / να αλληλοσκοτώνεστενα αλληλοσκοτωθούν / να αλληλοσκοτωθούνε / να αλληλοσκοτώνονται
Προστακτική—αλληλοσκοτώνου / αλληλοσκοτώσου——αλληλοσκοτωθείτε / αλληλοσκοτώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →