αλληλοσυμπληρώνομαι
•
- αλληλοπαθητικόγια κάποιους ή κάποια πράγματα που συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλοσυμπληρώνομαι < αλληλο- + συμπληρώνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλληλοσυμπληρώνομαι | αλληλοσυμπληρώνεσαι | αλληλοσυμπληρώνεται | αλληλοσυμπληρωνόμαστε | αλληλοσυμπληρώνεστε | αλληλοσυμπληρώνονται |
| Παρατατικός | αλληλοσυμπληρωνόμουν / αλληλοσυμπληρωνόμουνα | αλληλοσυμπληρωνόσουν / αλληλοσυμπληρωνόσουνα | αλληλοσυμπληρωνόταν / αλληλοσυμπληρωνότανε | αλληλοσυμπληρωνόμασταν / αλληλοσυμπληρωνόμαστε | αλληλοσυμπληρωνόσασταν / αλληλοσυμπληρωνόσαστε | αλληλοσυμπληρωνόντουσαν / αλληλοσυμπληρώνονταν |
| Αόριστος | αλληλοσυμπληρώθηκα | αλληλοσυμπληρώθηκες | αλληλοσυμπληρώθηκε | αλληλοσυμπληρωθήκαμε | αλληλοσυμπληρωθήκατε | αλληλοσυμπληρωθήκαν / αλληλοσυμπληρωθήκανε / αλληλοσυμπληρώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αλληλοσυμπληρωθώ / θα αλληλοσυμπληρώνομαι | θα αλληλοσυμπληρωθείς / θα αλληλοσυμπληρώνεσαι | θα αλληλοσυμπληρωθεί / θα αλληλοσυμπληρώνεται | θα αλληλοσυμπληρωθούμε / θα αλληλοσυμπληρωνόμαστε | θα αλληλοσυμπληρωθείτε / θα αλληλοσυμπληρώνεστε | θα αλληλοσυμπληρωθούν / θα αλληλοσυμπληρωθούνε / θα αλληλοσυμπληρώνονται |
| Παρακείμενος | έχω αλληλοσυμπληρωθεί | έχεις αλληλοσυμπληρωθεί | έχει αλληλοσυμπληρωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλληλοσυμπληρωθεί | είχες αλληλοσυμπληρωθεί | είχε αλληλοσυμπληρωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλληλοσυμπληρωθεί / να αλληλοσυμπληρωθώ / να αλληλοσυμπληρώνομαι | να έχεις αλληλοσυμπληρωθεί / να αλληλοσυμπληρωθείς / να αλληλοσυμπληρώνεσαι | να έχει αλληλοσυμπληρωθεί / να αλληλοσυμπληρωθεί / να αλληλοσυμπληρώνεται | να αλληλοσυμπληρωθούμε / να αλληλοσυμπληρωνόμαστε | να αλληλοσυμπληρωθείτε / να αλληλοσυμπληρώνεστε | να αλληλοσυμπληρωθούν / να αλληλοσυμπληρωθούνε / να αλληλοσυμπληρώνονται |
| Προστακτική | — | αλληλοσυμπληρώνου / αλληλοσυμπληρώσου | — | — | αλληλοσυμπληρωθείτε / αλληλοσυμπληρώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →