Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλληλοσυμπληρώνομαι

ρήμα
•
  1. αλληλοπαθητικόγια κάποιους ή κάποια πράγματα που συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλληλοσυμπληρώνομαι < αλληλο- + συμπληρώνομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαλληλοσυμπληρώνομαιαλληλοσυμπληρώνεσαιαλληλοσυμπληρώνεταιαλληλοσυμπληρωνόμαστεαλληλοσυμπληρώνεστεαλληλοσυμπληρώνονται
Παρατατικόςαλληλοσυμπληρωνόμουν / αλληλοσυμπληρωνόμουνααλληλοσυμπληρωνόσουν / αλληλοσυμπληρωνόσουνααλληλοσυμπληρωνόταν / αλληλοσυμπληρωνότανεαλληλοσυμπληρωνόμασταν / αλληλοσυμπληρωνόμαστεαλληλοσυμπληρωνόσασταν / αλληλοσυμπληρωνόσαστεαλληλοσυμπληρωνόντουσαν / αλληλοσυμπληρώνονταν
Αόριστοςαλληλοσυμπληρώθηκααλληλοσυμπληρώθηκεςαλληλοσυμπληρώθηκεαλληλοσυμπληρωθήκαμεαλληλοσυμπληρωθήκατεαλληλοσυμπληρωθήκαν / αλληλοσυμπληρωθήκανε / αλληλοσυμπληρώθηκαν
Μέλλονταςθα αλληλοσυμπληρωθώ / θα αλληλοσυμπληρώνομαιθα αλληλοσυμπληρωθείς / θα αλληλοσυμπληρώνεσαιθα αλληλοσυμπληρωθεί / θα αλληλοσυμπληρώνεταιθα αλληλοσυμπληρωθούμε / θα αλληλοσυμπληρωνόμαστεθα αλληλοσυμπληρωθείτε / θα αλληλοσυμπληρώνεστεθα αλληλοσυμπληρωθούν / θα αλληλοσυμπληρωθούνε / θα αλληλοσυμπληρώνονται
Παρακείμενοςέχω αλληλοσυμπληρωθείέχεις αλληλοσυμπληρωθείέχει αλληλοσυμπληρωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αλληλοσυμπληρωθείείχες αλληλοσυμπληρωθείείχε αλληλοσυμπληρωθεί———
Υποτακτικήνα έχω αλληλοσυμπληρωθεί / να αλληλοσυμπληρωθώ / να αλληλοσυμπληρώνομαινα έχεις αλληλοσυμπληρωθεί / να αλληλοσυμπληρωθείς / να αλληλοσυμπληρώνεσαινα έχει αλληλοσυμπληρωθεί / να αλληλοσυμπληρωθεί / να αλληλοσυμπληρώνεταινα αλληλοσυμπληρωθούμε / να αλληλοσυμπληρωνόμαστενα αλληλοσυμπληρωθείτε / να αλληλοσυμπληρώνεστενα αλληλοσυμπληρωθούν / να αλληλοσυμπληρωθούνε / να αλληλοσυμπληρώνονται
Προστακτική—αλληλοσυμπληρώνου / αλληλοσυμπληρώσου——αλληλοσυμπληρωθείτε / αλληλοσυμπληρώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →